ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Η Τρίτη έξοδος… προς το φως

18815232_1495907553794462_2557792827473915261_o
Αρκετές ήταν οι φορές που φοβήθηκα πως αυτός δίσκος δεν θα έφτανε ποτέ στην ολοκλήρωσή του. Όλο και κάποιο εμπόδιο προσχηματικά βρισκόταν μπροστά μας και μετέφερε την έκδοση ένα χρόνο, ένα μήνα, ένα ακόμα βήμα παραπέρα… Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως αυτή η καθυστέρηση πέρα από την εύλογη αδυναμία αποχωρισμού όλων μας από το έργο που είχε αποκτήσει τη δική του ζωή πια, ήταν και μια άρνηση ενηλικίωσης της σχέσης μας μαζί του. Ερμηνείες. Όταν οι άνθρωποι προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα πράγματα και τις πραγματικότητές μας, οι θεοί γελούν. Σχεδόν τέσσερα χρόνια κράτησε αυτή η γέννα. Το ταξίδι έως την Τρίτη έξοδο, έφτασε στον προορισμό του αργά αλλά στην ώρα του. Και σήμερα, παραδίδουμε στην ελληνική δισκογραφία ένα διαμάντι. Και είμαστε πολύ περήφανοι γι αυτό.
 
Πριν πέντε χρόνια, σ’ ένα κείμενό μου με τίτλο «Το ατραγούδιστο παρόν μας», είχα καταγράψει τη θλιβερή διαπίστωση πως παρότι ζούμε ως κοινωνία, στιγμές τεράστιων ιστορικών μεταβολών, αποφεύγουμε να τις τραγουδάμε. Δηλαδή φοβόμαστε (ή ντρεπόμαστε άραγε;) να μιλήσουμε για τις ζωές μας, για τις ήττες μας, για τα λάθη μας, για τις αγωνίες και τα όνειρα μας. Έτσι όπως φτωχαίνουν οι ζωές μας, όπως χάνουν το χρώμα και την ταυτότητά τους, όπως αποδεχόμαστε να τις ορίσουν άλλοι. «Πιο ένοχη σιωπή δεν έχει ζήσει η τέχνη του τραγουδιού στον τόπο μας…», έγραφα. Στο διάστημα που μεσολάβησε υπήρξαν φωνές και δουλειές που και μίλησαν και όρθωσαν το ανάστημά τους, κι αν ο κόσμος δεν θέλησε να τις ακούσει και να τις δει, πρόβλημά του. Το έθιμό μας να ξεχνάμε να ακούμε τους προφήτες μας, παραμένει εθνικό μας χαρακτηριστικό. Αρκεί που κάποιοι δημιουργοί και ερμηνευτές επέμειναν και πήραν στα χέρια τους τη σκυτάλη.
 
Η Τρίτη έξοδος των Γιάννη Βασιλόπουλου, Σπύρου Παρασκευάκου, Δήμητρας Σελεμίδου έχει τη δική της φωνή κι είναι αξιοπρόσεκτη ακριβώς γιατί χωρά τόση ζωή μέσα στα τραγούδια της, που τα κάνει «επικίνδυνα» και γι αυτούς που τα γράφουν, και γι αυτούς που τ’ ακούν και κυρίως γι αυτούς που θα τα κουβαλήσουν στο μέλλον μαζί τους, ως δικές τους αισθητικές και συναισθηματικές αφηγήσεις. Γιατί κουραστήκαμε πια, με τα ακίνδυνα τραγούδια που θέλουν να διασκεδάσουν τους φόβους και τους εφιάλτες μας, και τα οποία το μόνο που καταφέρνουν είναι να τους μονιμοποιούν εξωραΐζοντάς τους στην καθημερινότητά μας.
 
Κι εκεί είναι που κάνουν τη διαφορά οι τρεις οδοιπόροι προς την Τρίτη έξοδο:
 
Ο Γιάννης Βασιλόπουλος με το στίχο του καταρχάς. Γιατί ο στίχος του Γιάννη Βασιλόπουλου, του δεκαοχτάχρονου μπλόκερ και συγγραφέα, είναι τολμηρός όντας την ίδια στιγμή ποιητικός και λυρικός. Ο Βασιλόπουλος φέρνει κάτι καινούργιο στο ελληνικό τραγούδι αναδεικνύοντας θεματικές και θέματα που φοβήθηκε να τα αγγίξει με τον τρόπο αυτό έως σήμερα ο ελληνικός στίχος. Ο λόγος του είναι απολύτως προσωπικός και βιωματικός και η ματιά του στον Κόσμο και την πραγματικότητα έχει το χάρισμα να απογυμνώνει, να ανατρέπει χωρίς τα παλιά κλισέ και τις καταγγελτικές ευκολίες, ανασυνθέτοντας έναν δικό του Κόσμο, διαφορετικό, γοητευτικό και συμπαγή. Έγραψε αυτά τα τραγούδια από τα δεκαπέντε ως τα δεκαοκτώ του. Κι είχε το θάρρος να εκτεθεί και να κάνει τη ζωή του τραγούδι και το τραγούδι ζωή του. Γι αυτό και ελπίζουμε στο μέλλον να καταθέσει κατ’ αναλογία των χρόνων του το ίδιο και ακόμη πιο σπουδαία ύλη. Δεν έχω κανέναν λόγο να κρύψω τον θαυμασμό, την αγάπη και την πίστη μου στο νέο μου ομότεχνο, όπως δεν δίστασα να το κάνω όταν εμφανίστηκε ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος, που ήταν κι αυτός μια ξεχωριστή και σπουδαία φωνή.
 
Ο Σπύρος Παρασκευάκος είναι ένας συνθέτης (αλλά και στιχουργός o ίδιος) που πάλεψε πολύ για να φτάσει ως εδώ. Όχι μόνο με τα προσωπικά του φαντάσματα όπως όλοι μας, αλλά κυρίως με την τέχνη του. Για τον Σπύρο -όπως και για τον Γιάννη και τη Δήμητρα- η τέχνη και η ζωή του είναι ένα, ενιαίο και αδιάσπαστο σύμπαν. Πλησίασε τα κείμενα του Γιάννη, χωρίς ανταγωνισμό και φαίνεται αυτό στο τελικό αποτέλεσμα. Μοιάζει σαν να τα έχει γράψει ένας άνθρωπος και, πιστέψτε με, δεν υπάρχει πιο μεγάλη γενναιοδωρία για έναν συνθέτη, από το να μην επιδιώκει να «καπελώσει» τον στίχο, αλλά να υποτάσσεται στις ανάγκες του λόγου, να τον υπηρετεί αναδεικνύοντας τα χρώματα, τα νοήματα και το περιεχόμενο του. Απαιτεί μεγάλη ωριμότητα αλλά και περίσσευμα ταλέντου αυτή η στάση και στο παρελθόν έχουν καταδικαστεί σπουδαία κείμενα από το «λίγο» συνθετών που ήθελαν να δείχνουν μεγαλύτεροι από αυτό που ήταν και δεν δίστασαν να θυσιάσουν στο βωμό του ναρκισσισμού τους στίχους εξαιρετικούς. Ο Σπύρος είναι ένας μάστορας της μελωδίας. Είχαμε χρόνια να καλωσορίσουμε, έναν τέτοιο συνθέτη. Ήδη είναι αναγνωρίσιμη η υπογραφή του και το μέλλον θα την κάνει ακόμα πιο έντονη και σαφή. Έχω μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό που ανήκει επιτέλους στην οικογένειά μας.
 
Άφησα τελευταία τη Δήμητρα Σελεμίδου, γιατί στη Μικρή Άρκτο μ’ αυτή τη σειρά ιεραρχούμε τους ρόλους στο τραγούδι: πρώτα ο στίχος, μετά η μουσική και ακόλουθα η ερμηνεία. Τη Δήμητρα που όταν την είχε ακούσει η Ελένη Καραΐνδρου στα 17 της, την είχε αμέσως εντοπίσει και μας είχε ζητήσει να την προσέξουμε ιδιαίτερα. Και το κάναμε. Και ήταν αυτονόητο γιατί η Δήμητρα διαθέτει όχι μόνο το χάρισμα μιας σπουδαίας φωνής αλλά τον πολιτισμό και την καλλιέργεια μιας σπουδαίας ψυχής. Γι αυτό και μπορεί να ερμηνεύει με τον τρόπο αυτό στα είκοσι της χρόνια, λες και κουβαλά την πείρα και τη γνώση μιας ήδη άρτια εκπαιδευμένης ερμηνεύτριας. Ο τρόπος που αρθρώνει τον λόγο, τα χρώματά της όπως φωτίζουν τους στίχους, το αίσθημα που καταθέτει, η αισθαντικότητά της, δημιουργούν την πίστη μας πως θα αφήσει ισχυρά ίχνη στο πέρασμα της. Η Σελεμίδου μοιάζει σαν «έτοιμη από καιρό». Και είναι.
 
Τελικά αν καταφέραμε κάτι ελάχιστο στην Μικρή Άρκτο όλα αυτά τα χρόνια που εργαστήκαμε και επιμείναμε στο δρόμο μας, πολλές φορές με χαρακτηριστικό πείσμα και απολυτότητα, χωρίς να υπολογίζουμε τις ενδιάμεσες ήττες μας, τα τεράστια κόστη και κυρίως τις ψυχικές επενδύσεις, είναι το γεγονός πως συμβάλλαμε στο να υπάρξει συνέχεια στο ελληνικό τραγούδι μέσω της παρουσίας μας, στηρίζοντας νέους δημιουργούς και ερμηνευτές που άξιζαν τον κόπο και το απέδειξαν.
Και να που τώρα, μετά τους θαυμαστούς Μιχάλη και Παντελή Καλογεράκη και το δίσκο τους Προσωπικό, τρία ακόμα παιδιά της 4ης Ακρόασης εκδίδονται από τη Μικρή Άρκτο. Κι ακολουθούν σε λίγο καιρό τρεις ακόμη νέοι ερμηνευτές, ο Θανάσης Βούτσας, η Πολυξένη Καράκογλου και ο Δημήτρης Βουτσάς που θα μιλήσουμε στην ώρα τους για το τι καινούργιο φέρει ο καθένας στο ελληνικό τραγούδι.
 
Είναι υπόθεση δική μας αλλά και όλων μας να μείνουν οι νέοι στο τραγούδι. Να μην γεράσει η τέχνη του. Εμείς θα κάνουμε τα πάντα, όπως πράττουμε εδώ και χρόνια. Να ξέρετε πάντως πως αν δεν στηρίξουμε τους νέους, εμείς, ως κοινωνία θα χάσουμε. Δέκα χρόνια μετά είναι σαφές πως θα χάναμε, αν δεν υπήρχε η Νατάσσα Μποφίλιου. Αν δεν υπήρχε ο Θέμης Καραμουρατίδης. Αν δεν έγραφε ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος.  Αν δεν τραγουδούσε ο Ζαχαρίας Καρούνης. Αν δεν συνέθετε ο Δημήτρης Μαραμής. Αν δεν δισκογραφούσε ο Ηλίας Βαμβακούσης. Αν δεν είχαμε τα τραγούδια του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη. Τη φωνή της Ελεωνόρας Ζουγανέλη… Ή κάνω λάθος;
 
ΥΓ: Αυτό το κείμενο έχει την ένταση και τη συγκίνηση που οφείλει, τόσο λόγω της ημέρας (ημέρα έκδοσης του δίσκου Τρίτη Έξοδος) όσο και εξ αιτίας της σχέσης μου με όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται σ’ αυτό. Το μέλλον θα δείξει αν ο ανεμοδείκτης δείχνει σωστά…
 
Παρασκευάς Καρασούλος
Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Κορνήλιος Καστοριάδης, Κρίστοφερ Λας: Αντιπαλεύοντας την ιδιώτευση

αρχείο λήψης

 

Αντιπαλεύοντας την ιδιώτευση [1]

μετάφραση: Νίκος Μάλλιαρης

κείμενο συζήτησης των Καστοριάδη και Λας με τον M. Ignatieff, σε εκπομπή του BBC, με θέμα την «κουλτούρα του ναρκισσισμού» (Cornelius Castoriadis and Christopher Lasch, “Beating the Retreat to Private Life”, The Listener, 27/8/1986

 

Ιγκνάτιεφ: Ίσως το πιο οδυνηρό τίμημα της νεωτερικότητας να είναι η απώλεια της κοινότητας και της γειτονιάς. Μέσα σε έναν κόσμο ξένων, μοιάζουμε να αποτραβιόμαστε όλο και περισσότερο στην οικογένεια και το σπίτι μας, στο λιμάνι μας μέσα σε έναν άκαρδο κόσμο. Και παρ’ όλα αυτά, οι πιο παλιές από τις πολιτικές μας παραδόσεις μάς τονίζουν ότι η αίσθηση της κοινότητας αποτελεί ανθρώπινη αναγκαιότητα, ότι δε μπορούμε πλήρως να καταστούμε ανθρώπινα όντα, αν δεν ανήκουμε ο ένας στον άλλο ως πολίτες και ως γείτονες. Δίχως μια ανάλογη δημόσια ζωή, ο εαυτός μας αρχίζει να συρρικνώνεται και να μετατρέπεται σε έναν κενό ιδιωτικό πυρήνα. Ποιες οι συνέπειες της νεωτερικότητας στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας; Γινόμαστε άραγε πιο εγωιστές, περισσότερο ανίκανοι να στρατευτούμε πολιτικά, πιο πρόθυμοι να κόψουμε τις γέφυρες με τους γείτονές μας; Κορνήλιε, πώς θα περιέγραφες εσύ την αλλαγή των δημόσιων ζωών μας;

Καστοριάδης: Για μένα, το πρόβλημα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, με την κατάρρευση του εργατικού κινήματος και του επαναστατικού προτάγματος που είχε συνδεθεί με  αυτό το κίνημα. Αναγκάστηκα να παρατηρήσω τότε μια αλλαγή στην καπιταλιστική κοινωνία, η οποία ήταν, την ίδια στιγμή, μια αλλαγή του τύπου ατόμων που παρήγαγε όλο και περισσότερο αυτή η κοινωνία. Αυτή η αλλαγή των ατόμων προήλθε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης –συνδικάτα, κόμματα κ.λπ.-, ως αποτέλεσμα της αηδίας για αυτό που συνέβαινε, προήλθε όμως και από την ικανότητα του καπιταλισμού, αυτή την περίοδο, να προσφέρει ένα αυξανόμενο επίπεδο ζωής, με την είσοδό του στην περίοδο του καταναλωτισμού. Οι άνθρωποι γύριζαν την πλάτη, για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση, στα κοινά συμφέροντα, στις κοινές δραστηριότητες, στις δημόσιες δραστηριότητες –αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη. Στην πραγματικότητα περιχαρακώνονταν-αποσύρονταν σε ένα είδος «ιδιωτικής» ζωής, εντός εισαγωγικών, δηλαδή στην οικογένειά τους και ελάχιστες σχέσεις. Λέω «εντός εισαγωγικών», επειδή πρέπει να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις σε αυτό το σημείο.

Ιγκνάντιεφ: Ποιές παρεξηγήσεις;

Καστοριάδης: Τίποτε δεν είναι, φυσικά, απόλυτα ιδιωτικό. Ακόμα και όταν ονειρεύεσαι, έχεις λέξεις, τις οποίες έχεις δανειστεί από την αγγλική γλώσσα. Και ό,τι αποκαλούμε άτομο είναι, υπό μια έννοια, μια κοινωνική κατασκευή.

Ιγκνάτιεφ: Ένας σκεπτικιστής θα έλεγε ότι η κριτική του εγωισμού και του ατομικισμού μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία. Τι απαντάμε λοιπόν σε αυτόν το σκεπτικιστή; Πώς τον πείθουμε ότι ο σύγχρονος εαυτός, ο σύγχρονος, μεταπολεμικός εαυτός της καταναλωτικής καπιταλιστικής κοινωνίας είναι ένα διαφορετικό είδος εαυτού, ότι υπάρχει ένα νέο είδος ατομικισμού, ακόμα και ένα νέο είδος εγωισμού;

Λας: Αυτό που αντιμετωπίζουμε δεν είναι τόσο μια παραδοσιακού τύπου διόγκωση του εαυτού ή ένας κτητικός ατομικισμός, ο οποίος, όπως λες, υποβλήθηκε σε κριτική, από τη στιγμή που εμφανίστηκε αυτός ο τύπος ατομικιστικής προσωπικότητας, το 17ο-18ο αιώνα. Αυτός ο ατομικισμός φαίνεται να έχει   δώσει τη θέση του στην περιχαράκωση για την οποία μόλις μίλησε ο Κορνήλιος. Έχω μιλήσει για έναν ελάχιστο εαυτό. Ή, πάλι, για ένα ναρκισσιστικό εαυτό, ως έναν εαυτό που αδειάζει προοδευτικά από κάθε είδους περιεχόμενο και έχει ανάγκη να βρίσκει στόχους στη ζωή του υπό τους πιο περιορισμένους όρους. Νομίζω, όλο και περισσότερο, με όρους καθαρής επιβίωσης, σαν η καθημερινή ζωή να ήταν τόσο προβληματική, σαν ο κόσμος να ήταν τόσο απειλητικός και αβέβαιος που το μόνο που θα μπορούσες να κάνεις είναι απλώς να τα βγάζεις πέρα. Να ζεις μια μέρα τη φορά. Και, όντως, αυτή είναι πράγματι η θεραπευτική συμβουλή που, στη χειρότερη περίπτωση, παρέχεται στους ανθρώπους μέσα στον κόσμο μας.

Ιγκνάτιεφ: «Επιβίωση»; Μήπως όμως, Κρίστοφερ, υπερβάλλεις λίγο σε αυτό το σημείο; Θέλω να πω ότι μερικοί άνθρωποι ίσως να μην αντιλαμβάνονται ότι -ίσως σκεφτούν ότι ο όρος «επιβίωση» ταιριάζει στα θύματα κάποιας φοβερής τραγωδίας. Εσύ όμως μιλάς για την καθημερινή ζωή μέσα στην πλουσιότερη κοινωνία του κόσμου. Γιατί «επιβίωση»;

Λας: Γιατί μου φαίνεται ότι αυτός είναι ένας τρόπος να ορίσουμε αυτό που είναι καινούργιο. Παρ’ όλο που η επιβίωση αποτελούσε πάντοτε μια έγνοια των ανθρώπων, μια προεξάρχουσα μάλιστα έγνοια για τους περισσότερους από αυτούς, μόνο στην εποχή μας φαίνεται να λαμβάνει σχεδόν ένα είδος ηθικού κύρους. Αν πάμε πίσω στους αρχαίους Έλληνες, νομίζω ότι μπορεί κανείς να δει πολύ καθαρά τη διαφορά για τους αρχαίους Έλληνες και συγκεκριμένα για τον Αριστοτέλη. Προϋπόθεση της ηθικής ζωής, μιας ζωής πλήρως βιωμένης, είναι η ελευθερία από την υλική αναγκαιότητα. Την οποία, επιπλέον, οι αρχαίοι Έλληνες συνέδεαν με την ιδιωτική σφαίρα, με το νοικοκυριό, τη σφαίρα που υπόκειται στους βιολογικούς και υλικούς περιορισμούς. Μόνο αν ξεπεράσει κανείς αυτό το επίπεδο μπορούμε πραγματικά, με οποιαδήποτε έννοια, να μιλάμε για κάποια έννοια εαυτού, για μια προσωπική ταυτότητα ή για μια πολιτική ζωή. Η ηθική ζωή είναι μια ζωή την οποία ζει κανείς δημοσίως.

Ιγκνάτιεφ: Οπότε δε ζούμε πια τη ζωή μας στη δημόσια σφαίρα, έχουμε μια ζωή απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο πέραν των βασικών, μια επιβίωση. Εσύ, Κορνήλιε, από την πλευρά σου, είσαι ένας εν ενεργεία ψυχαναλυτής. Ως άνθρωπος που συναντάς ολόκληρη την εβδομάδα, στο ντιβάνι, το σύγχρονο εαυτό, αυτή η απεικόνιση της σύγχρονης ζωής σου λέει κάτι;

Καστοριάδης: Σε αυτή την ιδέα υπονοούνται διάφορα πράγματα. Το «μια μέρα τη φορά», για να πάρω αυτή την πολύ ωραία έκφραση, είναι ό,τι αποκαλώ έλλειψη προτάγματος, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Πριν από 30 ή 60 χρόνια οι αριστεροί θα σου μιλούσαν για την ένδοξη νύχτα της επανάστασης και οι δεξιοί για την απεριόριστη πρόοδο κ.ο.κ. Σήμερα κανείς δεν τολμά να εκφράσει κάποιο μεγαλεπήβολο ή έστω μετριοπαθώς λογικό πρόταγμα το οποίο να υπερβαίνει τον προϋπολογισμό ή τις επόμενες εκλογές. Υπάρχει συνεπώς ένας χρονικός ορίζοντας. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, η «επιβίωση» είναι ένας όρος στον οποίο μπορούμε να ασκήσουμε κριτική, διότι, φυσικά, όλοι μας νοιαζόμαστε για τη σύνταξή μας και για την εκπαίδευση των παιδιών μας. Αυτός όμως ο χρονικός ορίζοντας είναι ιδιωτικός. Κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χρονικό ορίζοντα, κατά τον ίδιο τρόπο που κανείς δε συμμετέχει σε ένα δημόσιο χώρο. Θέλω να πω ότι όλοι βέβαια συμμετέχουμε, πάντοτε, στο δημόσιο χώρο, αλλά πάρε για παράδειγμα την πλατεία Κονκόρντ στο Παρίσι ή το Πικαντίλι Σέρκους στο Λονδίνο, εν ώρα αιχμής. Έχεις εκεί ένα εκατομμύριο ανθρώπους, βυθισμένους σε έναν ωκεανό κοινωνικών πραγμάτων, οι οποίοι επίσης είναι κοινωνικά όντα και οι οποίοι είναι απόλυτα απομονωμένοι. Μισούν ο ένας τον άλλο και αν μπορούσαν να ανοίξουν δρόμο, εξουδετερώνοντας τα μπροστινά τους αυτοκίνητα, θα το έκαναν[2]. Τι είναι σήμερα ο δημόσιος χώρος; Βρίσκεται μέσα σε κάθε σπίτι με τηλεόραση. Τι είναι όμως αυτός ο δημόσιος χώρος;

Ιγκνάτιεφ: Είναι κενός.

Καστοριάδης: Είναι κενός –ή, ακόμα χειρότερα, είναι ένας δημόσιος χώρος που προορίζεται κυρίως για διαφήμιση, για πορνογραφία. Και δε μιλώ εδώ μόνο για ρητή πορνογραφία. Θέλω να πω ότι υπάρχουν φιλόσοφοι που στην πραγματικότητα είναι πορνογράφοι.

Ιγκνάτιεφ: Αυτό είναι αιτία ή συνέπεια της κατάρρευσης της δημόσια σφαίρας; Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στον εαυτό και την κρίση της δημόσιας σφαίρας;

Λας: Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι δε ζούμε σε ένα στερεό κόσμο. Λέγεται συχνά ότι η κοινωνία της κατανάλωσης μας περιβάλλει με πράγματα και ότι μας ενθαρρύνει να δίνουμε υπερβολική προσοχή στα αντικείμενα, αλλά από μια άποψη νομίζω ότι αυτή η άποψη είναι επίσης παραπλανητική.

Ζούμε σε έναν κόσμο που φαίνεται ότι είναι υπερβολικά ασταθής, ότι συνίσταται σε φευγαλέες εικόνες. Νομίζω ότι πρόκειται για έναν κόσμο ο οποίος, χάρις, εν μέρει, στην τεχνολογία των μαζικών τηλεπικοινωνιών, φαίνεται να αποκτά ένα είδος παραισθησιογόνου χαρακτήρα. Ένα είδος φανταστικού κόσμου από εικόνες, σε αντίθεση με έναν κόσμο στερεών αντικειμένων ο οποίος μπορεί να επιβιώσει περισσότερο από τη διάρκεια της ζωής μας. Αυτό που ίσως να έχει εξασθενίσει, είναι η αίσθηση του να ζει κανείς μέσα σε έναν κόσμο που υπήρχε πριν από τον εαυτό του και ο οποίος θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτόν. Αυτή η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας που παρέχεται, μεταξύ άλλων, απλώς και μόνο από τη συμπαγή αίσθηση των απτών υλικών πραγμάτων φαίνεται να διαμεσολαβείται, όλο και περισσότερο, από αυτή τη βίαιη επίθεση από εικόνες, συχνά από εικόνες που είναι σχεδιασμένες για να ανταποκρίνονται στις φαντασιώσεις μας.

Νομίζω ότι ακόμα και η επιστήμη, η οποία εθεωρείτο, σε μια προηγούμενη περίοδο, ως ένα από τα βασικά μέσα για την προώθηση μιας περισσότερο λογικής άποψης για τον κόσμο, ικανής να συνεισφέρει στη διατήρηση ενός κοινού νου, μας παρουσιάζεται σήμερα, στην καθημερινή ζωή, σαν μια σειρά από τεχνολογικά θαύματα που καθιστούν τα πάντα δυνατά. Υπό μια έννοια όμως, μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα είναι δυνατά, τίποτε δεν είναι δυνατό.

Ιγκνάτιεφ: Αυτό που σε ακούω να περιγράφεις είναι σχεδόν ο ορισμός της δημόσιας σφαίρας. Ένα από τα πράγματα που μας λες είναι ότι η δημόσια σφαίρα αποτελεί τον τομέα της ιστορικής συνέχειας. Στην πραγματικότητα, στη δική μας κουλτούρα, πρόκειται σε πολύ μεγάλο βαθμό, πλέον, για τον τομέα των μίντια. Τα μίντια μας δίνουν το δημόσιο χώρο, έναν κόσμο παραισθησιογόνων εικόνων, των οποίων το χρονικό πλαίσιο είναι πολύ σύντομο. Έρχονται και παρέρχονται. Η αντιστοιχία τους προς την πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα προβληματική και η δημόσια ζωή μας φαίνεται σαν ένα είδος φαντασίας, σαν ένα είδος κόσμου των ονείρων. Αυτό όμως δεν απαντά στο ερώτημα που έθεσα, το οποίο άπτεται του ζητήματος των αιτίων και των συνεπειών.

Καστοριάδης: Νομίζω ότι δεν είναι σωστό να ψάχνουμε για μια αιτία και ένα αποτέλεσμα. Πιστεύω ότι αυτά τα δύο πάνε μαζί. Οποιαδήποτε εξέλιξη ή αλλαγές στην κοινωνία είναι, την ίδια στιγμή, αλλαγές στη δομή των ατόμων, στον τρόπο με τον οποίο ενεργούν, στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται. Τα πάντα εξάλλου είναι κοινωνικά. Αλλά η κοινωνία, ως τέτοια, δε διαθέτει κάποια διεύθυνση. Θέλω να πω ότι δε μπορείς να τη συναντήσεις κάπου. Είναι μέσα σου, μέσα μου, στη γλώσσα, στα βιβλία κ.ο.κ. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι αυτό στο οποίο πρέπει κανείς, υπό αυτή την έννοια, να δώσει έμφαση, είναι η εξαφάνιση της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης και πάλης.

Ιγκνάτιεφ: Εξαφάνιση; Γιατί; Αυτό μου ακούγεται λανθασμένο.

Καστοριάδης: Δε βλέπω κάποιο λάθος. Βλέπω ό,τι συνέβη στις ΗΠΑ, όταν -για να πάρουμε ένα κλασσικό παράδειγμα-, οι μαύροι νέοι τη δεκαετία του ’60 θα έμπαιναν στο κέντρο των πόλεων, θα έκαιγαν τα μαγαζιά κ.λπ. Στη συνέχεια, όμως, στο τέλος της δεκαετίας του ’70, στις αρχές της περιόδου Ρέιγκαν, έχουμε 10% ανεργία, που σημαίνει 20% για τους μαύρους και 48% για τους νέους μαύρους, και αυτοί οι μαύροι νέοι κάθονται ήσυχοι. Και στη Γαλλία έχουμε μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι πετιούνται στο δρόμο αλλά κάθονται ήσυχοι. Στη Βρετανία έχουμε την τραγωδία των ανθρακωρύχων [3]– την τελευταία φλόγα ενός πράγματος που αναμφίβολα πεθαίνει. Και δεν είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί, εφόσον οι άνθρωποι πιστεύουν, και με το δίκιο τους, ότι οι πολιτικές ιδέες που είναι διαθέσιμες στην πολιτική αγορά, με τη μορφή που έχει σήμερα, δεν αξίζουν να παλέψεις για χάρη τους. Πιστεύουν επίσης ότι τα συνδικάτα είναι, γενικά, γραφειοκρατίες που εξυπηρετούν ίδια συμφέροντα ή οργανώσεις λόμπι. Είναι σαν οι άνθρωποι να είχαν φτάσει στο συμπέρασμα πως τίποτε δε μένει να γίνει και, ως εκ τούτου, περιοριζόμαστε στον εαυτό μας. Και αυτό, βέβαια, αντιστοιχεί στην ενδογενή κίνηση του καπιταλισμού: την επέκταση των αγορών, του καταναλωτισμού, της οικονομίας της φθοράς κ.ο.κ. αλλά, και πιο γενικά, στην επέκταση του ελέγχου πάνω στους ανθρώπους, όχι μόνο ως παραγωγούς αλλά και ως καταναλωτές.

Λας: Υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε υπόθεση των ομάδων συμφερόντων, καθεμιά εκ των οποίων προβάλλει τις ανταγωνιστικές της αξιώσεις για ένα μερίδιο από το κράτος πρόνοιας, ορίζοντας τα συμφέροντά της με τους στενότερους δυνατούς όρους και παραμερίζοντας, εσκεμμένα, οποιαδήποτε ευρύτερη αξίωση, οποιαδήποτε προσπάθεια να τεθούν με καθολικούς όρους οι αξιώσεις μιας ομάδας. Ένα από τα παραδείγματα που ανέφερες νωρίτερα, Κορνήλιε, ο αγώνας των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, μας δίνει ένα καλό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης, όπως επίσης και ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο συχνά φαινομενικά ριζοσπαστικές, αγωνιστικές [militant], επαναστατικές ιδεολογίες στην πραγματικότητα συνεισέφεραν σε αυτή τη διαδικασία κατά το πρόσφατο παρελθόν. Το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν, από πολλές απόψεις, μια επιστροφή σε μια παλιότερη αντίληψη της δημοκρατίας. Εξέφρασε τους σκοπούς των μαύρων κατά έναν τρόπο που ήταν κατανοητός από όλους. Επιτέθηκε στο ρατσισμό. Όχι απλά στο λευκό ρατσισμό, αλλά στο ρατσισμό. Το κίνημα της Μαύρης Δύναμης, που πρωτοεμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, φαινόταν πολύ πιο αγωνιστικό [militant] και επιτέθηκε στο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και σε άλλους ηγέτες της πρώτης φάσης του κινήματος, αποκαλώντας τους αστούς αντιδραστικούς. Στην πραγματικότητα επανακαθόρισε τους στόχους του κινήματος των μαύρων, της Μαύρης Δύναμης, ως μια επίθεση στο λευκό ρατσισμό -λες κι ο ρατσισμός ήταν μόνο ένα λευκό φαινόμενο- με έναν τρόπο που διευκόλυνε ιδιαίτερα, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, τη μετατροπή, ουσιαστικά, των μαύρων στην Αμερική σε μια ακόμα ομάδα συμφερόντων, η οποία αξίωνε το μερίδιό της στην πίτα, δίχως να θέτει την παραμικρή ευρύτερη αξίωση. Νομίζω ότι αυτός είναι ένας λόγος για τον περιορισμό της πολιτικής στράτευσης στους κόλπους των αμερικανών μαύρων.

Ιγκνάντιεφ: Ο Κρίστοφερ εκφράζει την αίσθηση ότι η πολιτική έχει κατακερματιστεί σε ομάδες συμφερόντων και ότι, αν μιλάμε για μια κρίση της δημόσιας σφαίρας, εννοούμε ακριβώς αυτό. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Λας: Έχει κάποια σχέση με το ξεθώριασμα κάθε μορφής δημόσιας γλώσσας. Ένα μέρος αυτής της κατάστασης έχει να κάνει με το είδος της ηθικής εξύψωσης του θύματος που παρατηρείται και με την αυξανόμενη τάση να προσφεύγουμε στη θυματοποίηση, ως το μόνο αναγνωρίσιμο κριτήριο δικαιοσύνης. Το να μπορείς να αποδείξεις ότι έχεις καταστεί θύμα, ότι έχεις υποστεί διακρίσεις –όσο περισσότερο τόσο το καλύτερο: αυτό αποτελεί τη βάση των αξιώσεων όλων αυτών των ιδιαίτερων ομάδων που θεωρούν ότι η δική τους ιστορία είναι εξαιρετικά ιδιαίτερη, ότι δεν έχει πολλή σχέση με την ιστορία άλλων ομάδων ή με την ιστορία της κοινωνίας ως συνόλου. Η ιστορία αυτών των ομάδων δεν απεικονίζεται καθόλου σε αυτή τη γλώσσα και επιπλέον δε μπορεί να γίνει κατανοητή από άλλες ομάδες. Ξανά, η περιγραφή του μαύρου κινήματος είναι διδακτική. Χωρίς να αναφέρουμε μια πολύ ακριβή ημερομηνία, οι μαύροι και οι εκπρόσωποί τους στην Αμερική, αρχής γενομένης στα μέσα της δεκαετίας του ’60, άρχισαν να εμμένουν σε ένα είδος άρθρου πίστης, σύμφωνα με το οποίο κανένας άλλος δε θα μπορούσε να καταλάβει την ιστορία τους.

Καστοριάδης: Όπως επίσης και οι φεμινίστριες.

Λας: Ναι, μου φαίνεται ότι αυτό είναι, πολύ σωστά, ένα ακριβές ανάλογο. Και όταν συμβαίνει αυτό, η δυνατότητα να υπάρξει μια γλώσσα που είναι κατανοητή από όλους τους ανθρώπους και αποτελεί τη βάση του δημόσιου βίου και του πολιτικού διαλόγου διαγράφεται σχεδόν εξορισμού.

Καστοριάδης: Ο Αριστοτέλης αναφέρει στα Πολιτικά του ένα θαυμάσιο νόμο των αρχαίων Αθηναίων, σύμφωνα με τον οποίο, κάθε φορά που η συζήτηση στην εκκλησία του δήμου είχε να κάνει με ζητήματα που μπορούσαν να συνεπάγονται τη διεξαγωγή πολέμου με μια γειτονική πόλη, οι κάτοικοι της σχετικής συνοριακής ζώνης αποκλείονταν από την ψηφοφορία. Αυτή είναι η αρχαιοελληνική αντίληψη της πολιτικής και εγώ την υποστηρίζω ακόμη σε γενικές γραμμές.

Ιγκνάτιεφ: Μια από τις συνέπειες του είδους των συζητήσεων που διεξάγονται τουλάχιστον από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 είναι μια πολύ έντονη κουβέντα σχετικά με το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η ελευθερία να διαλέγει κανείς τον εαυτό του, να διαμορφώνει τον εαυτό του, να διαλέγει τις δικές του αξίες και από ποιο σημείο κι έπειτα οφείλει να παραχωρήσει της θέση της σε μια αίσθηση συλλογικών, κοινωνικών υποχρεώσεων, σε μια αίσθηση αυτού που οφείλουν να έχουν τα ανθρώπινα όντα.

Καστοριάδης: Η ελευθερία δεν είναι ούτε ένα εύκολο πράγμα ούτε μια εύκολη έννοια. Αν μιλάμε για την πραγματική ελευθερία, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια τραγική έννοια. Όπως και η δημοκρατία είναι ένα τραγικό σύστημα. Κι αυτό επειδή δεν υπάρχουν εξωτερικά όρια όπως επίσης δεν υπάρχουν ούτε και μαθηματικά θεωρήματα για να μας πουν που να σταματήσουμε. Η δημοκρατία είναι ένα σύστημα όπου λέμε: «φτιάχνουμε τους ίδιους μας τους νόμους πάνω στη βάση του δικής μας σκέψης, της κοινής μας ηθικής».

Αυτή η ηθική όμως, ακόμα κι αν συνέπιπτε με τους νόμους του Μωυσή ή με το Ευαγγέλιο, δεν υπάρχει επειδή βρίσκεται στους νόμους του Ευαγγελίου, υπάρχει επειδή εμείς, ως πολιτεία, την αποδεχόμαστε, την προσυπογράφουμε και λέμε «ου φονεύσεις».

Ακόμα και αν το 90% της κοινωνίας αποτελείται από πιστούς και πιστεύει ότι η αυθεντία αυτής της εντολής προέρχεται από το Θεό, για την πολιτική κοινωνία ή αυθεντία δεν έρχεται από το Θεό. Έρχεται από την απόφαση των πολιτών.

Το Βρετανικό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να αποφασίσει αύριο ότι οι ξανθοί άνθρωποι δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Τίποτε δε μπορεί να τους σταματήσει να το κάνουν αυτό. Δεν υπάρχουν εξωτερικά όρια και γι’ αυτό η δημοκρατία μπορεί να πεθάνει, όπως και πέθανε σε ορισμένες περιπτώσεις στην ιστορία, σαν ένας τραγικός ήρωας.

Ο τραγικός ήρωας στην αρχαιοελληνική τραγωδία δεν πεθαίνει, επειδή υφίσταται κάποιο όριο και αυτός το ξεπέρασε. Αυτό είναι η αμαρτία, η χριστιανική αμαρτία. Ο τραγικός ήρωας χάνεται εξαιτίας της ύβρεως. Δηλαδή επειδή υπερβαίνει κάποιο όριο μέσα σε ένα πεδίο όπου δεν υπάρχουν όρια γνωστά εκ των προτέρων. Αυτή είναι η θλιβερή μας κατάσταση.

[1] Πρόκειται για το κείμενο μιας συζήτησης των Καστοριάδη και Λας με τον M. Ignatieff, σε εκπομπή του BBC, με θέμα την «κουλτούρα του ναρκισσισμού» (Cornelius Castoriadis and Christopher Lasch, “Beating the Retreat to Private Life”, The Listener, 27/8/1986). Βλ. σχετικά και τα έργα του Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού και Ο ελάχιστος εαυτός, αμφότερα μεταφρασμένα από τις εκδόσεις «Νησίδες». Ο Καστοριάδης παραθέτει τα δύο αυτά έργα του Λας στη βιβλιογραφία που ακολουθεί το άρθρο του «Freud, la société, l’histoire» [«Ο Φρόιντ, η κοινωνία, η ιστορία], C. Castoriadis, La montée de l’insignifiance [Η άνοδος της ασημαντότητας], Παρίσι, Seuil, 1996, σ. 187 (βλ. την ελληνική εκδοχή αυτού του κειμένου: «Η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση της γένεσης της κοινωνίας», Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, Αθήνα, Ύψιλον, 2001, σσ. 37-67, όπου δεν υπάρχει όμως η βιβλιογραφία). Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Μάγμα, τ. 5, Δεκέμβριος 2010 (http://magmareview.blogspot.fr/).

[2] Σ.τ.μ.: Εδώ η κοινωνική πραγματικότητα ξεπερνά τη φιλοσοφία. Ο Καστοριάδης, που ως γνωστόν δεν έβλεπε τηλεόραση, έχει μείνει πίσω. Διότι η πρόσφατη διαφήμιση της Toyota έχει καταστήσει πραγματικό το ενδεχόμενο που ο ίδιος περιγράφει σε ένα επίπεδο απλώς υποθετικό: υπενθυμίζουμε παλαιότερη διαφήμιση της εταιρίας, όπου ο παγιδευμένος στο μποτιλιάρισμα πρωταγωνιστής, βρίσκει έναν τρόπο και ξεφουσκώνει τα υπόλοιπα αυτοκίνητα του δρόμου, τα οποία εξαφανίζονται σαν τα μπαλόνια που τρύπησαν και χάνουν τον αέρα τους. Βλ. και σχετική ανάλυση στο Μάγμα, τ. 2, Μάιος 2008, σ. 54 κ.ε.

 

[3] Σ.τ.μ.: Ο Κ.Κ. αναφέρεται στις μεγάλες απεργίες των ανθρακωρύχων της Μεγάλης Βρετανίας της περιόδου 1984-1985. Οι συγκεκριμένες απεργίες και η τελική ήττα των ανθρακωρύχων έχουν μεγάλη σημασία, γιατί, εκτός του ότι σήμαναν την εδραίωση της Μάργκαρετ Θάτσερ και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της, αποτέλεσαν και την ιστορική καμπή του βρετανικού συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο αποδυναμώθηκε ουσιαστικά από τότε, πράγμα που συνέβη ειδικότερα και με το παραδοσιακά πολύ ισχυρό συνδικάτο των ανθρακωρύχων.

26/2/2017

Αφορά τελικά την Πολιτεία το ελληνικό τραγούδι;

Ζητω το ελληνικό τραγούδι

Δεν θα μπορούσε να αφορά  κανέναν άλλον έξω από το «σινάφι» μας, τη συντεχνία των Ελλήνων στιχουργών και συνθετών, το θέμα «ΑΕΠΙ – πνευματικά δικαιώματα» αν δεν ήταν στενά εξαρτημένο με ένα καθολικό για την Ελλάδα και τον λαό της, ζωτικής σημασίας ζήτημα: με την διάσωση και συνέχεια του ελληνικού τραγουδιού, άρα  και με  την προστασία της ίδιας μας της γλώσσας.

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο αυτή η ιστορία πρέπει να ενδιαφέρει όλους μας. Ζήσαμε μέσα στους αιώνες τραγουδώντας, αγωνιστήκαμε και αγαπήσαμε τραγουδώντας, άρα πολύ καλά γνωρίζουμε πόσο σημαντικό υπήρξε για την γλωσσική μας συνείδηση και την πολιτιστική μας ταυτότητα, το ελληνικό τραγούδι. Την βαρύνουσα θέση που έχει το τραγούδι σε μια κοινωνία κυρίως προφορικού πολιτισμού, όπως η δική μας, δεν θέλει πολύ μυαλό να την καταλάβεις.

Δεν είναι λοιπόν θέμα απλώς οικονομικό, ούτε και συντεχνιακό το αν θα διασωθεί στα χρόνια που έρχονται το ελληνικό τραγούδι – είναι θέμα πολιτικό και αφορά όλους μας.  Χωρίς την ύπαρξη  όμως των δημιουργών του αλλά και χωρίς τη πρόνοια και την φροντίδα της διατήρησης της γραμμής συνέχειάς τους – ελληνικό τραγούδι δεν πρόκειται να συνεχίσει να υπάρχει. Και το ξέρουμε καλά όλοι.

Είναι σα κόπτεσαι για την άμυνα μιας χώρας αδιαφορώντας για την μάχιμη υποδομή της, σα να ενδιαφέρεσαι δήθεν για την παιδεία αλλά να απαξιώνεις τους δασκάλους που την διακονούν, σα να μιλάς για τον κόσμο της εργασίας αλλά στην πράξη να εργάζεσαι ενάντια στον κόσμο της.

Για τον ελληνικό λαό το πνευματικό δικαίωμα σε μια εποχή που το Δημόσιο δεν μπορεί να επιδοτήσει τίποτα κα ικανέναν, σε μια εποχή πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, οφείλει να είναι η κόκκινη γραμμή υπεράσπισης της πολιτιστικής του περιουσίας.

Δεν μπορεί να είναι ούτε απλώς επιχειρηματική δραστηριότητα μιας ανώνυμης κερδοσκοπικής εταιρείας, ούτε συνδικαλιστική διεκδίκηση. Το ξέρουν καλά αυτό οι Ευρωπαϊκοί κόσμοι και γι’ αυτό έχουν πράξει τα δέοντα, εδώ και δεκαετίες.

Ας σκύψει  η πολιτεία πάνω  στο ζήτημα κι ας ακούσει τις  φωνές μας. Οφείλει να έχει άποψη και ρόλο δίπλα στους Έλληνες δημιουργούς. Το νομοσχέδιο που ετοιμάζει πρέπει να είναι ένα κείμενο που θα ενώσει κι όχι μια πράξη που θα χωρίσει. Το ίδιο και η λύση  του γόρδιου δεσμού των πνευματικών δικαιωμάτων και των εισπρακτικών τους μηχανισμών.

Σε λίγες ώρες η Υπουργός Πολιτισμού (καλλιτέχνης η ίδια) θα συναντηθεί με αντιπροσωπεία Ελλήνων δημιουργών οι οποίοι  εκπροσωπούν τις αποφάσεις μιας ιστορικής μας συνάντησης. Ας τους ακούσει. Ας μας ακούσει.

Κι ας δώσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός εμπράκτως μια απάντηση στην επιστολή Ξαρχάκου που για μια ακόμη φορά, άκομψα,  έμεινε αναπάντητη. Είναι μια ευκαιρία. Ας μην χαθεί.

Το ελληνικό τραγούδι έζησε ερήμην του Κράτους δεκαετίες τώρα, αλλά ακριβώς γι’ αυτό βρίσκεται τώρα τραυματισμένο και σε απειλή. Επιτέλους, μια φορά ας επιστρέψουμε – όπως και όσο μπορεί ο καθένας – αυτό που του οφείλουμε: την αγάπη μας και το σεβασμό μας.

TVXS.gr,  24/2/1017

Vita Nuova (Ανταίος Χρυσοστομίδης)

Α. Χρυσοστομίδης

Ήταν χειμώνας

Και δεν ήσουν εκεί..

Μόνο χιόνι, μόνο χιόνι

 

Με παίδεψε όσο ένα καινούργιο τραγούδι αυτό το μικρό σημείωμα. Δεν κατάφερα  να αποδεχθώ ούτε τον τρόπο ούτε και την τελική πράξη της φυγής σου. Ίσως γιατί ποτέ δεν πρόλαβα να σου πω όσα ήθελα. Δεν σε χόρτασα, φίλε μου. Πάντα όταν βρισκόμασταν φεύγανε οι ώρες  γρήγορα, οι απολογισμοί μεγάλοι, μεσολαβούσαν τόσα νέα από την τελευταία φορά. Μέχρι τέλους είχα τη βεβαιότητα πως εσύ θα ζεις πάντα, θα νικούσες το κακό όπως στο μύθο ο συνονόματός σου, αλλά να που ο θάνατος μπορεί να μεταμφιέζεται εύκολα και σε Ηρακλή.

Γράφω κι ακούω το τραγούδι σου. Οι περισσότεροι φίλοι σου  θα μιλήσουν για τον Ανταίο των βιβλίων κι έτσι πρέπει. Ανήκες στον κόσμο των βιβλίων.  Εμείς οι δύο τρώγαμε τις ώρες  συνήθως μιλώντας για τραγούδια. Σου άρεσε τόσο να μαθαίνεις νέα, να ενημερώνεσαι για τις νέες δισκογραφικές παραγωγές, για την Τάνια, τη Δήμητρα, τη Μαρία αλλά και τον Μάριο, την Ελένη. «Μην ξεχάσεις να μου φέρεις τους καινούργιους δίσκους της Άρκτου» μου έλεγες.  Διατήρησες τη θέση του μέλους του Δ.Σ στην ΚΟΕΜ (την ορχήστρα που διηύθυνε ο φίλος σου ο Ξαρχάκος), έγραφες και υποστήριζες κάθε καινούργια ενδιαφέρουσα δισκογραφική εργασία  στην Αυγή, παρακολουθούσες όσο μπορούσες τα μουσικά νέα, υποστήριζες με πάθος τους νέους δημιουργούς κι ερμηνευτές .

Όταν έγραψες το πρώτο σου τραγούδι, το Vita Nuova σε μουσική του Σ. Ξαρχάκου και ερμηνευτή τον Μάριο Φραγκούλη, σε πείραζα και σου έλεγα «Αντίκο, πας να μου φας τη δουλειά;». Και μετά γελώντας σχεδιάζαμε έναν δίσκο μισό στα ελληνικά, μισό στα ιταλικά που όπως άλλωστε και τα διηγήματα που λέγαμε να γράψουμε μαζί ποτέ δεν προχωρήσαμε. Δεν έγραψες άλλο τραγούδι αλλά αυτό που έγραψες είναι τόσο εσύ.  Τόσο όμορφο! «Ένα  τραγούδι έλεγες, μπορείς να το πάρεις παντού μαζί σου. Είναι ο πιο εύκολος δρόμος να φτάσεις μακριά, όπου και όπως θες χωρίς αποσκευές». Τα ταξίδια και τα τραγούδια ήταν από τις μεγάλες σου αγάπες.

Φαντάσου, λέει, τελικά να υπάρχει ζωή μετά από εδώ. Αν είναι έτσι, τότε το μαρτύριό σου μάλλον θα συνεχίζεται: σίγουρα θα  μας κουβαλάς κι εκεί. Οι τσακωμοί, τα λάθη μας, οι περιττές μας λύπες, τα σχέδια που ο χρόνος αντιμάχεται, οι ανοησίες μας- μαζί σου σίγουρα  πήρες τις έγνοιες μας να τις νοιάζεσαι από εκεί.  Τι πονοκέφαλο,  Θεέ μου, έβαλες πάλι στο ανύπαρκτο πια κεφάλι σου!  Γιατί ήταν πάντα οι άλλοι ο καθρέφτης σου. Κι εκεί στο τόσο άγνωστο μετά, αν είναι όπως τα λένε, καθένας κουβαλάει το είναι του. Κι εσύ αγαπούσες πολύ  τον Κόσμο.

Αν δεν υπάρχει πάλι τίποτα μακριά από εδώ, τότε η φυγή σου τα κατάφερε: έγινες ο καθρέφτης μας. Κοίτα σε πόσους άφησες δυνατά ίχνη κι αποτυπώματα. Πως ακουμπούν το πρόσωπό τους πάνω σου. Αν το ήξερες, μπορεί και όλα να τα μέτραγες αλλιώς.  Μπορεί και να σε εμπιστευόσουν περισσότερο.

Αν ξέρεις, πες μας λοιπόν από εκεί, πόσο ακόμα θα κρατήσει ο κόσμος μας;  Θ’ αντέξει όσο και οι σελίδες που με τα μαγικά σου έκανες  να τυπωθούν; Θα ξεθωριάσει πριν;

Αντίκο, μου λείπεις…

Cantus firmus – 28/3/2016

«Το έξω δεν έχει μέσα»

 

backdrop2824

Η  μητέρα μου πίστευε πως το φαγητό μπορεί να γιατρέψει τα πάντα. Κάθε πόνο, απώλεια, έλλειμμα, μικρή ή μεγάλη καταστροφή… Την έβλεπα να ασχολείται με το μαγείρεμα από το πρωί, να καταγράφει τις συνταγές της τα βράδια, μόνη στη κουζίνα που ήταν το κάστρο της κι αναρωτιόμουν πόσο βαρετό μπορεί να είναι να αφιερώνεις μια ζωή στο τι θα φάνε οι δικοί σου άνθρωποι αύριο, να σπαταλάς τις ώρες σου, το μυαλό σου σε συνταγές και δοσολογίες, στη λάντσα, στα πιάτα, στις μυρωδιές, στις προμήθειες… ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ο Βάλτη κοιμάται

DSC01467Σήμερα κοιμάται στον καναπέ απέναντί μου, ανάσκελα. Μισό μέτρο γάτος, πέντε χρονών, στα χρώματα της καραμέλας, Πέρσης στην καταγωγή και αριστοκράτης  στις συνήθειες, του αρέσει να απολαμβάνει τον ύπνο του στις πιο παράξενες στάσεις. Άλλες φορές μπρούμυτα πάνω στο πιάνο με τα χέρια προτεταμένα σαν σκύλος. Άλλες φορές στην πολυθρόνα, ακριβώς όπως βλέπει  να κάθεται ο αρχηγός της αγέλης του -δηλαδή η αφεντιά μου- όταν βυθίζομαι στο κάθισμα απολαμβάνοντας τη συντροφιά των ξένων. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Το Όχι που αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του Ναι….

Καλό είναι οι νέοι σήμερα να μην συμμετέχουν σε παρελάσεις «εθνικιστικού περιεχομένου». Δεν ταιριάζει στην εποχή, ούτε και στον προσανατολισμό της χώρας, περισσότερο δε στην ίδια μας τη ζωή, την καθηλωμένη στην μεμψίμοιρη αποδοχή όλης αυτής της μνημονιακής λαίλαπας που βιώνουμε καθημερινά. Καλύτερο είναι οι νέοι σήμερα να παρελαύνουν έξω από τις βιτρίνες της Apple, των  Μακ Ντόναλντ και να συνωστίζονται στο  Φέισμπουκ αναπαράγοντας τον αυτισμό τους . Γιατί μέσα από εκεί ξεχνάνε πιο εύκολα και τι θα μπορούσαν και τι θα έπρεπε να είναι. Το ΟΧΙ μυρίζει μούχλα και αντιδραστικότητα. Σιγά μην τους μάθουμε από μικρούς στο πνεύμα της Αντίστασης που πλήρωσε τόσο ακριβά η  ζωή των παππούδων τους. Άσε που αν συνεχίσουμε να εορτάζουμε τις αντιστασιακές επετείους των Ελλήνων, μπορεί να προκύψει και κανένα κίνημα κόντρα στο σύγχρονο ραγιαδισμό και να … τρέχουμε.

Αυτή η καινούργια καμπάνια που είδαμε να πρωταγωνιστεί τις ημέρες του φετινού εορτασμού της εθνικής επετείου σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, με τη γνωστή αρθογραφία εναντίον των παρελάσεων, αλλά εμπλουτισμένη αυτή τη φορά με το καθηλωτικό ερώτημα «Γιατί γιορτάζουμε το ΟΧΙ, ενώ όλη η Ευρώπη γιορτάζει τη λήξη του Πολέμου;» – ήταν όντως πολύ πρωτότυπη. Και για το θράσος της  και για την ανοησία των οργανωτών της. Παντού διάβαζες το πόσο λάθος  είναι να παρελαύνουμε, να  γιορτάζουμε το Αντιφασιστικό ΟΧΙ, μέχρι και ο «σοφός» Χατζιδάκις επιστρατεύτηκε  μέσα από μια ατυχή – πολύ επιεικής χαρακτηρισμός  – δήλωσή του.  Ωραία . Να γιορτάζουμε με την Ευρώπη τη λήξη του πολέμου. Όμως  η μισή Ευρώπη ήταν με το μέρος του ΝΑΙ ή κάνω λάθος;  Με τους φασίστες δηλαδή ήταν η μισή Ευρώπη. Άρα έχει κάθε λόγο να γιορτάζει το τέλος της  φρικαλέας της συμπεριφοράς. Και την έναρξη της ανέξοδης αποενοχοποίησής της. Εμείς γιορτάζουμε ακριβώς το αντίθετο. Τη συμβολική ημερομηνία εκκίνησης  του έπους της Εθνικής Αντίστασης ενάντια στο Φασισμό και το Ναζισμό, της αντίστασης ενός μικρού λαού που νίκησε μια μεγάλη απειλή, διασώζοντας την αξιοπρέπειά του παρά τις τεράστιες απώλειες που είχε σ’ αυτό τον αγώνα.  Και σήμερα περισσότερο από ποτέ οφείλουμε αυτή η μνήμη να διαφυλαχθεί και να ενεργοποιηθεί, αν θέλουμε και ο αντιφασιστικός και ο αντιρατσιστικός αγώνας να έχουν αποτέλεσμα και να διαπαιδαγωγήσουν και τις νεότερες γενιές. Τι θα γινόταν αν λέγαμε ΝΑΙ αναρωτιέται ο Μάνος Χατζιδάκις σ’ αυτό το άστοχο σχόλιό του. Και μόνο ότι δεν θα υπήρχε η Εθνική Αντίσταση δεν αρκεί;  Και λίγο τσίπα δεν βλάφτει.

Η ιδρυματοποίηση του Πολιτισμού ή ο Πολιτισμός ως πολιτικό δικαίωμα

22

Λίλα Σωτηρίου Digital Tintype Plates

Μια ανατροπή έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο χώρο του Πολιτισμού: η ιδρυματοποίηση της πολιτιστικής μας ζωής και η αποδοχή και εκχώρηση από το Κράτος στους ιδιώτες, της ηγεμονεύουσας θέσης στη χάραξη στρατηγικής πρότασης για τον πολιτισμό. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ